Υπάρχουν ταινίες που ανήκουν στην εποχή τους και ταινίες που ξεπερνούν τον χρόνο. Το Metropolis ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Έναν αιώνα μετά την πρώτη του προβολή, το φιλμ-ορόσημο του Fritz Lang δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα αριστούργημα του βωβού κινηματογράφου, αλλά ως μια ανησυχητικά διορατική προφητεία για τον κόσμο που ζούμε σήμερα.
Ο ίδιος ο Φριτς Λανγκ συχνά διηγούνταν ότι η ιδέα της ταινίας τού ήρθε καθώς ταξίδευε με πλοίο για πρώτη φορά στην Αμερική τον Οκτώβριο του 1924, και μάλιστα όταν πλησίαζε τη Νέα Υόρκη. Αντικρίζοντας την πόλη από μακριά, τους ουρανοξύστες με την τέλεια και υπνωτιστική ομορφιά τους αλλά και τους γιγάντιους δρόμους τους οποίους διέσχισε αργότερα, μια εμπειρία που απείχε από οποιαδήποτε άλλη είχε ως τότε στην Ευρώπη, ενεπνεύσθη τη μητρόπολη του μέλλοντος.

Ωστόσο, η θρυλική ταινία του 1927 Metropolis, ένα αριστούργημα του βωβού κινηματογράφου, βασίστηκε σε μυθιστόρημα που έγραψε η γυναίκα του, Τέα φον Χάρμπου, επηρεασμένη από τα έργα του Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς, της Μέρι Σέλεϊ και του Ογκίστ ντε Βιλιέ ντε λ’Ιλ-Αντάμ, θέλοντας να μιλήσει για τον κομμουνισμό και τον απολυταρχισμό. Το τελικό σενάριο το συνυπογράφουν και οι δυο.
Ο πρωτοπόρος σκηνοθέτης, γεννημένος στη Βιέννη το 1890, με μητέρα Εβραία που όμως είχε αλλάξει πίστη για να παντρευτεί τον καθολικό αρχιτέκτονα πατέρα του, άλλαξε πολλά ενδιαφέροντα μέχρι να καταλήξει στον κινηματογράφο – έκανε ακόμα και μαθήματα ζωγραφικής στο Παρίσι. Πάντως ξεκίνησε με σπουδές πολιτικού μηχανικού και αναπόφευκτα θα έλεγε κανείς ότι όλες μαζί οι εμπειρίες του συνέβαλαν σε μια προσωπική αισθητική η οποία εν τέλει έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον βωβό εξπρεσιονιστικό κινηματογράφο της εποχής της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης τη δεκαετία του ’30 στη Γερμανία.
Μια πόλη χωρισμένη στα δύο
Στο Metropolis, η πόλη του μέλλοντος είναι ένας κάθετος κόσμος. Πάνω, στους ουρανοξύστες και το φως, ζει η ελίτ: οι εγκέφαλοι, οι διαχειριστές, οι προνομιούχοι. Κάτω, στα υπόγεια, εργάζονται αδιάκοπα οι εργάτες, σαν εξαρτήματα μιας αδηφάγου μηχανής. Ο Lang δεν περιγράφει απλώς μια κοινωνική ανισότητα· τη μετατρέπει σε αρχιτεκτονική, σε εικόνα, σε καθημερινό εφιάλτη.
Κι αν το 1927 αυτή η διχοτόμηση φάνταζε ως προειδοποίηση για τη βιομηχανική εποχή, σήμερα μοιάζει σχεδόν αυτονόητη. Ο κόσμος μας συνεχίζει να λειτουργεί με αόρατα υπόγεια: ανθρώπους, δεδομένα, εργασίες που κινούν τα πάντα, χωρίς ποτέ να φαίνονται.

Άνθρωπος, μηχανή και η αυταπάτη της προόδου
Στον πυρήνα της ταινίας βρίσκεται το ερώτημα που εξακολουθεί να μας στοιχειώνει: ποιος ελέγχει ποιον; Η μηχανή τον άνθρωπο ή ο άνθρωπος τη μηχανή; Το εμβληματικό ρομπότ-Μαρία δεν είναι απλώς ένα τεχνολογικό θαύμα της εποχής, αλλά ένα σύμβολο αλλοίωσης: της αντικατάστασης της ενσυναίσθησης από τον αυτοματισμό, της αλήθειας από το θέαμα.
Σε μια εποχή τεχνητής νοημοσύνης, αλγορίθμων και ψηφιακών ταυτοτήτων, το Metropolis μοιάζει λιγότερο με ταινία επιστημονικής φαντασίας και περισσότερο με καθρέφτη. Η τεχνολογία υπόσχεται πρόοδο, αλλά ο Lang μας υπενθυμίζει πως χωρίς ηθική πυξίδα, κάθε πρόοδος είναι κενή.

Η καρδιά ως μεσολαβητής
Η περίφημη φράση της ταινίας — «Ο μεσολαβητής ανάμεσα στο μυαλό και τα χέρια πρέπει να είναι η καρδιά»— παραμένει το συναισθηματικό και φιλοσοφικό της κέντρο. Δεν πρόκειται για ρομαντική αφέλεια, αλλά για μια βαθιά πολιτική θέση: ότι καμία κοινωνία δεν μπορεί να σταθεί χωρίς κατανόηση, διάλογο και ανθρώπινη ευθύνη.
Σε έναν κόσμο όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται συχνά από αριθμούς, dashboards και στατιστικές, το αίτημα της «καρδιάς» ακούγεται σχεδόν ριζοσπαστικό.
Ένα φιλμ που δεν τελείωσε ποτέ
Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που το Metropolis δεν γερνά. Γιατί δεν έδωσε ποτέ οριστικές απαντήσεις. Αντίθετα, άφησε ανοιχτές πληγές και ερωτήματα που επανέρχονται σε κάθε εποχή με νέο πρόσωπο: εργασία, εξουσία, τεχνολογία, ανισότητα, ανθρωπιά.
Εκατό χρόνια μετά, το Metropolis δεν μας ζητά απλώς να το θαυμάσουμε. Μας καλεί να αναρωτηθούμε. Και όσο εξακολουθούμε να ζούμε σε πόλεις με «πάνω» και «κάτω», όσο η πρόοδος τρέχει πιο γρήγορα από τη συνείδησή μας, τόσο αυτή η ταινία θα παραμένει — ανατριχιαστικά — επίκαιρη.




